Oμιλία Υφυπουργού Περιβάλλοντος Γ. Δημαρά


Κυκλική Οικονομία, Βιώσιμη Οικονομία και η σχέση μεταξύ τους

Κυκλική οικονομία: οι ανάγκες την επιβάλλουν για να επιβιώσουμε στον πλανήτη με έναν  αυξανόμενο πληθυσμό κατά 1 δις ανά 13 χρόνια, ενώ κάποτε για να προστεθεί 1 εκατ. Στον πληθυσμό της γης έπρεπε να περάσουν 1.000 χρόνια. Μπαίνουμε λοιπόν σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας της ανθρωπότητας όπου έχουμε να κάνουμε με δύο μεταβλητές: η μία είναι η ταχύτητα αύξησης του πληθυσμού και η άλλη η αύξηση της κατανάλωσης. Παρόλη τη φτώχεια και τις ανισότητες που υπάρχουν στον πλανήτη, η μέση κατανάλωση είναι πάρα πολύ υψηλή. Συνεπώς, πολλαπλασιαζόμενα τα δύο μεγέθη με το σπάταλο μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης που γνωρίζουμε, οδηγούμαστε σε αδιέξοδο. Στη χώρα μας το οικολογικό αποτύπωμα έχει υπολογιστεί γύρω στο 3 - άλλοι το εκτιμούν στο 2,8 και άλλοι στο 4 - και μάλιστα σε περίοδο κρίσης. Αυτό σημαίνει, ότι, αν στον πλανήτη όλες οι χώρες κατανάλωναν με τους ίδιους ρυθμούς όπως εμείς στην Ελλάδα, θα χρειαζόμασταν 3 πλανήτες για να καλύψουμε αυτές τις ανάγκες. Και επειδή δεν τους έχουμε οδηγούμαστε σε στενότητα φυσικών πόρων, σε διαρκή υποβάθμιση της ποιότητας των νερών, επίσης πολύ σημαντικός παράγοντας, σε μείωση των δασών, στο φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Επομένως, αν συνεχίσουμε με αυτούς τους ρυθμούς θα πρέπει να αναμένουμε μια γενική κατάρρευση. Αν συνεχίσουμε να ζούμε με αυτό τον τρόπο σε συνδυασμό με την αύξηση του πληθυσμού όπου το 2050 θα φτάσει στα 10 δις και με τους ίδιους ρυθμούς  κατανάλωσης, είμαστε μπροστά σε πλήρες αδιέξοδο. Η ιστορία του πλανήτη μάς διδάσκει ότι δεν υπάρχει τέτοιο προηγούμενο. Ο άνθρωπος έχει 10.000 χρόνια που άρχισε να καλλιεργεί τη γη και που εγκαταστάθηκε μόνιμα σε οικισμούς και αυτό που συνέβη στα 9.950 χρόνια συμβαίνει μέσα σε μόλις 50 χρόνια. Αν δούμε πόσο πετρέλαιο καταναλώνουμε από τις υπόγειες δεξαμενές, και όχι από «πηγές», όπως συνηθίζουμε να λέμε, διότι πρέπει να ξέρουμε ότι δεν πρόκειται για πηγές, απ’ όπου αναβλύζει πετρέλαιο όπως αναβλύζει το νερό της πηγής, αλλά για δεξαμενές που είναι πεπερασμένες, καταλαβαίνουμε πόσο μακριά είμαστε από τη βιώσιμη και την κυκλική οικονομία. Αν θέλουμε να δούμε με ηθική και με υπευθυνότητα τη ζωή μας, τη  ροή της κοινωνίας μας και των επόμενων γενεών θα πρέπει να αλλάξουμε εκ των πραγμάτων ρότα.

Προφανώς, οι αλλαγές που πρέπει να κάνουμε πρέπει να είναι και στα δύο επίπεδα, και στον τρόπο που παράγουμε και στον τρόπο που καταναλώνουμε και τι αγαθά παραγουμε. Την εποχή που ήμουν φοιτητής υπήρχε η αντίληψη, ότι η ανθρώπινη ανάγκη δημιουργεί την κίνηση της ζωής και την παραγωγή αγαθών, όμως, όπως σωστά έλεγε ο Τζον Κένεθ Καλμπρειτ, συμβαίνει το αντίθετο, διότι καταναλώνουμε άχρηστα αγαθά και δημιουργούμε ψεύτικες ανάγκες, κάτι που θα οδηγήσει σε κατάρρευση την κοινωνία της αφθονίας. Ο Καλμπρειτ ήταν τότε σε αντιπαράθεση με τον Μάλθους και έβαζε το πληθυσμιακό ζήτημα σε συνδυασμό με την κατανάλωση και τις ψευδείς ανάγκες.

Έχουμε επιχειρήσεις που βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισμό με βάση το συγκριτικό πλεονέκτημα κάθε περιοχής και οικονομίες μεγάλης κλίμακας, επιχειρήσεις που μεγεθύνονται, που απορροφούν τεράστια κεφάλαια. Το αποτέλεσμα είναι να μεγαλώνει το χάσμα μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων και να καταστρέφεται ο τζίρος των μικρών, τα προϊόντα να παράγονται εκεί όπου υπάρχει φτηνή εργασία και δωρεάν φυσικοί πόροι, εκμεταλλευόμενες τα υπεδάφη αυτών των κρατών, να μετακινούνται κεφάλαια από τη μία χώρα στην άλλη, οδηγώντας ολόκληρες οικονομίες σε κατάρρευση. Είδαμε την αποβιομηχάνιση που έγινε στη χώρα μας την Ελλάδα αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Επομένως πρέπει να ξανασκεφτούμε πλανητικά δλδ να σκεφτούμε με βάση το δόγμα της Οικολογίας «σκέψου πλανητικά δράσε τοπικά» και να κάνουμε φόκους και να δούμε τι κάνουμε στη χώρα μας για μία βιώσιμη οικονομία με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Εμείς οι άνθρωποι της Οικολογίας που ανησυχούμε από χρόνια γιαυτά τα ζητήματα ζητάμε ισχυρές τοπικές οικονομίες, που σημαίνει ότι θα περιορίζεται η ανταλλαγή προϊόντων σε μεγάλες αποστάσεις τόσο για οικονομία ενέργειας, όσο και κυρίως για βιωσιμότητα, που την έχουν χώρες με ισχυρές τοπικές οικονομίες. Απαιτείται λοιπόν μια σχετική αυτάρκεια, διότι δεν είναι λογικό να εισάγουμε φακές από την Αργεντινή όταν μπορούν να παράγονται στον τόπο μας. Βεβαίως θα υπάρχουν πάντα ανταλλαγές, για παράδειγμα η Ελλάδα παράγει περισσότερα πορτοκάλια και τα στέλνει στη Ρωσία ενώ οι Ρώσοι παράγουν περισσότερα σιτηρά και τα εξάγουν σε μας, επομένως οι χώρες χρειάζονται μια συμπληρωματικότητα. Για το λόγο λοιπόν αυτό της βιωσιμότητας έχουμε σοβαρές επιφυλάξεις για συμφωνίες όπως η TTIP κλπ., γιατί αποδυναμώνουν τις τοπικές και τις κρατικές οικονομίες, τις κάνουν μη βιώσιμες. Και μια οικονομία για να είναι βιώσιμη θα πρέπει 1) να έχει μια σχετική αυτάρκεια, 2) να είναι αποκεντρωμένη και βεβαίως 3) να κάνει οικονομία στους πόρους, να μην υποβαθμίζει τα νερά της, την ποιότητα των εδαφών της – πολύ σημαντικό και μεγάλο πρόβλημα πλέον – να μην υποβαθμίζει τις λίμνες και τα ποτάμια της, τις θάλασσες τα ιχθυοαποθέματα και τους φυσικούς της πόρους. Σε αυτή τη λογική μπαίνει και η κυκλική οικονομία που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή και με την οικονομία ενέργειας στην πόλη. Εδώ μιλάμε για πράσινη κινητικότητα στις πόλεις, δλδ για το πώς θα μπορεί να κινείται ο άνθρωπος, να γυμνάζεται χωρίς να χρειάζεται να καταναλώνει ηλεκτρικό ρεύμα για να κάνει διάδρομο στο σπίτι του, αλλά να έχει πράσινα δίκτυα δρόμων χωρίς να κινδυνεύει από τα αυτοκίνητα. Κι όμως όλα αυτά δεν γίνονται.

Επίσης, μιλάμε για την ανάγκη ανανέωσης των κτιρίων των πόλεων που είναι σπάταλα ενεργειακά και γηρασμένα, θέματα που μελετάμε στο Υπουργείο και αναζητούμε τρόπους για να αντιμετωπίσουμε αυτά τα προβλήματα στατικότητας και ενεργειακής συμπεριφοράς των κτιρίων. Όταν μιλάμε για το στόχο που έχουμε αναλάβει να  παράγουμε ως το 2050 το 85% της συνολικής καταναλισκόμενης ενέργειας από ΑΠΕ, δεν θα το πετύχουμε μόνο με παραγωγή ΑΠΕ αλλά με εξοικονόμηση ενέργειας. Μέσα στη λογική της κυκλικής οικονομίας είναι και η εξοικονόμηση ενέργειας στις πόλεις, διότι οι πόλεις μας δεν σχεδιάστηκαν έχοντας υπόψη τις σημερινές ανάγκες της κλιματικής αλλαγής, έννοια που ήταν άγνωστη στον τότε ΝΟΚ (Νέο Οικοδομικό Κανονισμό) και αύξηση της θερμοκρασίας μέσα στις πόλεις. Λιγοστό πράσινο, λιγοστοί κοινόχρηστοι χώροι, αέρας που δεν κυκλοφορεί, αυτές είναι οι νέες συνθήκες. Συνεπώς, θα πρέπει να συζητήσουμε σοβαρά για έναν επανασχεδιασμό των πόλεων, αν θέλουμε να είμαστε μέσα στη λογικής της βιώσιμης και της κυκλικής οικονομίας. Ούτως ή άλλως όλο και περισσότερος πληθυσμός θα κινείται και στο μέλλον προς τα αστικά κέντρα. Υπολογίζεται, ότι το 70% του συνολικού παγκόσμιου πληθυσμού θα ζει σε πόλεις, στην αντίθετη κατεύθυνση από τη λογική της βιωσιμότητας που συζητάμε και που μιλάει για αποκέντρωση, όμως αυτή είναι η πραγματικότητα. Θα πρέπει λοιπόν να ξαναδούμε τα τμήματα των πόλεων, όπου δεν προβλεπόταν η εισφορά σε γη και δεν υπήρχε καθόλου πράσινο.

Να μην μιλήσω για τα απορρίμματα στην Ελλάδα, όπου ακόμα το 85% καταλήγει στις χωματερές, και ότι κι αυτά τα νούμερα είναι αμφισβητήσιμα, δλδ μπορεί να είναι μεγαλύτερα, και γιαυτά τα νούμερα πληρώνουμε πρόστιμα. Οι στόχοι που έχουμε βάλει στην ΕΕ είναι δύσκολο να πραγματοποιηθούν και εδώ το μεγάλο βάρος πέφτει στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Χρειαζόμαστε υποδομές όχι μόνο για το χαρτί, το μέταλλο, το γυαλί, αλλά και για τα μπάζα οικοδομών και άλλων αντικειμένων, για την οργανική ύλη που παράγεται σε μεγάλες ποσότητες στις πόλεις που αντί να την επιστρέψουμε στη φύση για να γίνει λίπασμα, εκεί που παράγεται η τροφή, εμείς τη στέλνουμε στις χωματερές. Δηλαδή είμαστε εντελώς αντίθετοι με τη λογική της βιωσιμότητας. Κοιτάξτε τι κάνουμε με τα νερά: Υλίκη, Μαραθώνας, Μόρνος, Εύηνος, όλα αυτά τα νερά τα στέλνουμε στην Αττική. Κάνουμε καθόλου εξοικονόμηση, υπάρχει έστω μία λιμνοδεξαμενή στο Νομό Αττικής; Επειδή ήμουν στην Περιφέρεια και το βάζαμε συχνά αυτό το θέμα, σας λέω ότι υπάρχει μόνο μία και αυτή όχι στο λεκανοπέδιο αλλά απέναντι από τον Πόρο. Θα μπορούσαμε με το νερό της Ψυτάλλειας να ποτίζουμε τα πάρκα, δεν το κάνουμε. Δυστυχώς, αυτά θεωρούνται από πολλούς πολυτέλεια, ενώ ξέρουμε τι χρειάζεται να κάνουμε, δεν το κάνουμε.  Εγώ έχω πειστεί, πρέπει να είμαστε πιο αυστηροί και με τους εαυτούς μας και με τους πολίτες και με τους Δήμους. Το «πληρώνω όσο πετάω» είναι απόλυτη ανάγκη να εφαρμοστεί. Ο Δήμος που δεν συμμετέχει στην ανακύκλωση, που δεν μειώνει τα απορρίμματά του, πρέπει να έχει συνέπειες και εκείνος που συμμετέχει να επιβραβεύεται, να υπάρχουν κίνητρα και στον πολίτη και στον Δήμο, αλλά και εμείς στα Υπουργεία να αλλάξουμε συμπεριφορές, γιατί έχουμε ευθύνη απέναντι στη ζωή, στον πλανήτη, σε όλα τα έμβια όντα και είναι δική μας ευθύνη να προστατεύσουμε τη ζωή στον πλανήτη.